Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΣΣΑΝΗΣ 2005

                       ΓΕΩΡΓΙΟΣ   ΛΑΣΣΑΝΗΣ


ΣΚΗΝΗ

«Εις τον Όλυμπον», Γεώργιος Λασσάνης


«Εγώ ‘μ ο γέρο Όλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος!
Τούρκος από τας βρύσεις μου ποτέ δεν εποτίσθη…… Κλεφτόπουλα ανίκητα, ανδρεία παλικάρια τον καθαρόν κ’ ελεύθερον αέρα μ’ αναπνέουν. Κ’ενόσω ζουν δεν προσκυνούν Πασάν ή και Βεζύρην…..
Είστε ορέ έτοιμοι τον όρκο να βαστάξετε;
«Ορκίζομαι ενώπιον Θεού και των ανθρώπων
Ορκίζομαι ομόνοιαν κ’ αδελφικήν αγάπην …


ΧΟΡΟΣ

Κλέφτικο



ΣΧΟΛΙΟ
Πρώτος φεύγει στον Όλυμπο ο θείος του Λασσάνη ο Πρασινονικόλας. Ακούστε την ιστορία του.




ΣΚΗΝΗ

«Εις τον Όλυμπον- Πρασινονικόλας», Ποίημα του Γεωργίου Λασσάνη


………
«Σας φέρνω ως παράδειγμα τον ίδιον εμένα
Παιδί ενός πτωχού παπά ψυχογυιόν μ’ επήρεν
Εγώ πατώ τους δεκαέξ  κι’ από την αψάδα
Στο πρόσωπό μου δεν ανθούν της νεότητος τα ρόδα
Και μ’έδωσε παράνομον η πράσινή μου όψις
«Σας φέρνω ως παράδειγμα τον ίδιον εμένα
Παιδί ενός πτωχού παπά ψυχογυιόν μ’επήρεν
Εγώ πατώ τους δεκαέξ  κι’ από την αψάδα
Στο πρόσωπό μου δεν ανθούν της νεότητος τα ρόδα
Και μ’έδωσε παράνομον η πράσινή μου όψις …
          
                         τραγούδι
«Όλες οι όμορφες»       και                               «Ανέβηκα στο Μπούρινο»


Ανέβηκα στο Μπούρινο
Στις δυο μωρέ, στις δροσερές ραχούλες
Κι έκατσα, γειά σου Κόζιανη
Κι έκατσα κι αγνάντεψα ……..

ΣΧΟΛΙΟ
Στα χνάρια του θείου του Πρασινονικόλα βαδίζει και ο μικρός Λασσάνης


ΑΦΗΓΗΣΗ
«Γεώργιος Λασσάνης»   ( Λ. Νάνος )
……            Κι απάνω εκεί στα τέσσερά του χρόνια , φτάνει στο σπίτι τους και το φριχτό μαντάτο απ ’τη Νεμιτσιά, πως : «Τουρκαλβανοί ληστές σκότωσαν τον πατέρα του, λίγο πιο πάνω απ’ το Βελιγράδι…!». Στο μικρό Γιωργάκη δε λεν τίποτε…! Μήτε οι συγγενείς, μήτε η γιαγιά, μήτε η μάνα του…! Μα, αυτός βλέπει τη μάνα του να κλαίει και να οδύρεται καθημερινά. Πρώτη βολά την έβλεπε να κλαίει και να χτυπά τα στήθια της έτσι…!!! Κι ύστερα, έβλεπε γυναίκες να κλαίν και να τραγουδούν μαζί…!! Κι αυτός να το νιώθει, πως, κάτι κακό έγινε στο σπίτι του, μα…να μην μπορεί να καταλάβει, σαν τι κακό είναι αυτό, που κάνει τις γυναίκες να κλαιν και να τραγουδούν μαζί..!! Και σα να μην έφτανε αυτό, κει, που  κλαίγανε τον άδικο χαμό του πατέρα μήνες τώρα, άλλο κακό τους συντυχαίνει ξαφνικά με τους Αλμπάνιδες τ’ Αλή Πασά.
   
            Ήταν μια νύχτα ολοσκότεινη και άφωτη. Ένας παγερός βοριά Κατέβαινε κρύος κι αψύς απ’ τη μεριά τ’Αϊ- Δημήτρη  ανακατωμένος μ’ ένα ψιλό χιονόβροχο. Και να χτυπά αλύπητα τ’ αρχοντικό τους  μέσα στα Δημισκιάδικα. Τούτη τη νύχτα διάλεξαν κι ήρθαν ξανά στο σπίτι τους οι ζαπτιέδες. Το είχαν βάλει αμανάτι οι αντίχριστοι να’ ρθούν να την αρπάξουν τη μάννα…! Να την αρπάξουν και να την παν λάφυρο στον αφέντη τους, το Βεζύρη, στα Γιάννενα.
……….
ΣΚΗΝΗ
«Αρπαγή»

ΛΑΤΣΚΑΙΝΑ -Τι πάθαν οι αντίχριστοι και βροντάν έτσι τη θύρα νυχτιάτικα;
        Ποιός είνι;
        Ποιος είνι; ( Ξαναρωτά ) (
      ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ- Είναι εδώ η Κυρά σου ;
Ποια Κυρά; Εγώ είμ’η κυρά...

        Την Κατερίνα, την αρχόντισσα, θέλουμε, κάκω! Τη νύφη σου! Και.. μη φοβάσαι…, δε θα της κάμουμε κακό…! Ο Βεζύρης τη θέλει, ο Αφέντης μας στα Γιάννενα. (ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ)…….
        Μη σκιάζεσαι έτσι ορέ Βάβω και για καλό τη γυρεύουμε. (ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ)
        Δεν ειν’εδώ αφέντηηη!! Δεν ειν’εδώωω..!! (ΛΑΤΣΚΑΙΝΑ)
        Ποιος σας έστειλι, γιε μ’..! Τι θέλ’τι από μας…!(ΛΑΤΣΚΑΙΝΑ)
ΑΦΗΓΗΣΗ
«Στον Όλυμπο»
Όλα εκεί πάνω στα ψηλά βουνά ο Γιώργης τα βρήκε πανάρχαια κι αμετάβλητα, απλά κι ελεύθερα, κανονισμένα από τη φύση και τους προγόνους του. Χορός, τραγούδι, τρέξιμο, πήδημα, λιθάρι, σημάδι οιονοσκοπήσεις, όλα ίδια κι απαράλλαχτα, όπως τότε…,έτσι και τώρα…!
……….


Κοντοζύγωνε να μπει στα είκοσι του χρόνια ο Γιώργης. Τα πράγματα δυσκολεύουν  πολύ για την κλεφτουριά. Ο μπάρμπας του τον συμβουλεύει, «να σηκωθεί και να φύγει από τον Όλυμπο, να πάει έξω στη Βλαχιά και στη Βεσσαραβιά για να γλιτώσει. Αλλιώς…!»
        Φύγε Γιωργάκη! Φύγε όσο μπορείς νωρίτερα! Πήγαινε να σπουδάσεις, να γίνεις άνθρωπος για να βοηθήσεις το Γένος. Εσύ τα παίρνεις τα γράμματα και κόβει το μυαλό σου…

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Μάνα μου τα Κλεφτόπουλα»

Μάνα μου τα κλεφτόπουλα
Τρώνε και τραγουδάνε άϊντε πίνουν και γλεντάνε 
Μον ‘να μικρό κλεφτόπουλο
Δεν τρώει, δεν τραγουδάει, βάϊ δεν πίνει δεν γλεντάει

ΑΦΗΓΗΣΗ
« Φιλικός και Δάσκαλος του Γένους»
Στην Οδέσσα φτάνει, ύστερα από πολλές περιπλανήσεις και περιπέτειες. Κι εδώ που ήρθε, δυο πράγματα φαίνεται να τον απασχολούν σοβαρά και να μην φεύγουν στιγμή απ’ το μυαλό του: η μάνα του… κι η Πατρίδα. ΠΑΙΔΕΙΑ

Καθώς μεταξύ όλων των εθνών, ευρίσκονται κατά δυστυχίαν και εις
Το ημέτερον τινές, οι οποίοι, θέλοντες ή διόλου να σβήσωσι την
Παιδείαν, ή να την καταστήσωσι μονοπώλιον, αγωνίζονται μ’όλας
των τας δυνάμεις να την παραστήσωσιν ως επιβλαβή εις τον
κοινωνικόν βίον, ή τουλάχιστον εις την κατωτέραν τάξιν του λαού.
ΣΧΟΛΙΟ
Ο Λασσάνης φεύγει στην Οδησσό όπου εργάζεται ως δάσκαλος και  μυείται στη φιλική εταιρεία από τον οργανωμένο ήδη Πεντεδέκα.

ΑΦΗΓΗΣΗ
«Στην Οδέσσα»
        Τον γνώριζε καλά τον καθηγητή ο Πεντεδέκας, κι ήταν βέβαιος, πως, ήταν καλός άνθρωπος και θερμός πατριώτης. Γνώριζε ακόμα ότι η Εταιρεία την εποχή αυτή βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα. Τα μέλη την ήταν ελάχιστα. Εικοσιπέντε στον αριθμό όλα κι όλα! Έφτασε η ώρα , καθηγητά Λασσάνη(ΠΕΝΤΕΔΕΚΑΣ)
        Τι θες να πεις; (ΛΑΣΣΑΝΗΣ)
         Το Γένος ετοιμάζεται από καιρό. Μια μυστική Εταιρεία απλώνεται και δένει όλους τους Έλληνες για το μεγάλο ξεσηκωμό. (ΠΕΝΤΕΔΕΚΑΣ)
        Μίλα ξάστερα ! Πες μου! (ΛΑΣΣΑΝΗΣ)
        Μπορείς να κρατήσεις ένα μυστικό με κίνδυνο της ζωής σου; (ΠΕΝΤΕΔΕΚΑΣ)
        Και το ρωτάς; Μονάχα μπορώ; (ΛΑΣΣΑΝΗΣ)
        Δε θα ρωτήσεις ,ποτέ , ποια είναι η αόρατος Αρχή που κατευθύνει τα πάντα. (ΠΕΝΤΕΔΕΚΑΣ)
        Όχι. (ΛΑΣΣΑΝΗΣ)
        Ορκίσου..! Ορκίσου..!! (ΠΕΝΤΕΔΕΚΑΣ)
Ορκίζομαι…! (ΛΑΣΣΑΝΗΣ

ΣΚΗΝΗ
«Ορκωμοσία Γεωργίου Λασσάνη»
 Τέλος πάντων, ορκίζομαι εις Σε , ω ιερά και αθλία Πατρίς! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα, τα οποία τόσους αιώνες έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου. Εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου, ότι αφιερώ νομαι όλος εις Σε…….

 ΑΦΗΓΗΣΗ
Το Νοέμβρη σχεδιάζει να κατέβει στην πατρίδα του, την Κοζάνη, να δει και την έρμη την μάνα του, που τόσο πολύ την επεθύμησε. Έρχεται σαν απόστολος της Φιλικής. Άλλα εμπόδια  όμως παρουσιάζονται  μπροστά του και το ταξίδι αναβάλλεται για την ερχόμενη άνοιξη, που…δυστυχώς δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ!.....
ΣΧΟΛΙΟ
Εκεί στο Σμαήλι συνεδριάζουν για να  αποφασίσουν για την έναρξη του Αγώνα : ο Πρίγκιπας, ο Παπαφλέσσας, ο Λασσάνης, ο Περαιβός,
ο Ξάνθος και ο Θέμελης.

ΣΚΗΝΗ
«Σμαήλι»
  
Πρώτος στη μυστική αυτή σύναξη πήρε το λόγο ο Πρίγκιπας, Σηκώθηκε σιγά-σιγά απ’ τη θέση του και με ύφος σοβαρό, όπως οι περιστάσεις το απαιτούν, είπε:


Εμελέτησα και πάλιν, κύριοι, όλας τας αποφάσεις μας. Κατόπιν τόσων συζητήσεων και συνεδριάσεων, καθώς και τόσων αλληλοσυγκρουομένων γνωμών, άλλοι μεν συντηρητικοί και συνετοί, άλλοι δε λίαν τολμηροί, και, είδον, ότι ευρισκόμεθα σήμερον προ δυο μεγάλων αποφάσεων : Πρώτον, ήλθεν η μεγάλη ώρα της Επαναστάσεως ή όχι ;
         Παχιά λόγια μας λες, Περραιβέ, και τίποτ’άλλο…!!! Τι είναι η πολεμική πείρα, μωρέ…; Να πάνε στο σχολείο για να τη μάθουν; Σε ποια χαρτιά και σε ποια βιβλία είναι γραμμένη να κάτσω κι εγώ μαθητής να τη σπουδάσω; Για δε μιλάτε ; Μην ψάχνετε γι’απάντηση. Δεν υπάρχει. Στον πόλεμο, στην αντάρα της μάχης, και πάνω απ’ όλα, εδώ μέσα, στην καρδιά και στην ψυχή βρίσκεται η πολεμική πείρα. Το να λες πάντα « Θα νικήσω ή θα πεθάνω», όπως το ‘παν οι Σουλιώτες και οι Μανιάτες, οι κλέφτες κι οι α αρματωλοί  του Ολύμπου, του Μοριά και της Ρούμελης. Αυτό είναι πολεμική πείρα…! Να ξεκινήσουμε. Αυτό μετράει πάνω απ’ όλα. Κι όταν ξεκινήσουμε θα μας ακολουθήσουν κι άλλοι. Ένα μονάχα μένει να πούμε : Το πότε κι από πού θα ξεκινήσουμε. Αυτό προέχει τούτη την ώρα. (ΛΑΣΣΑΝΗΣ)
. ………


                          ΑΦΗΓΗΣΗ
«Δραγατσάνι»

…….Το αρχοντόσπιτο όπου σταματούν δεν είναι άλλο από το σπίτι του Μακεδόνα άρχοντα, Κωνσταντίνου Βέλλιου. Στο σπίτι αυτό έχει οριστεί από την «Αρχή» να γίνει η πανηγυρική τελετή και να υψωθεί επίσημα πια η Επαναστατική σημαία στη Μολδαβία, παρουσία του πρίγκιπα Αλέξανδρου, του οπλαρχηγού Γιωργάκη Ολύμπιου, Γιάννη Φαρμάκη, Λασσάνη, Περραιβού κι άλλων οπλαρχηγών. Απολείτουργα βγαίνουν έξω. ……

ΣΧΟΛΙΟ
Κι ο δάσκαλος, που τώρα έχει πάρει το βαθμό του χιλίαρχου του Ιερού Λόχου, έγινε υπασπιστής του πρίγκιπα  κι αυτός ρυθμίζει τα πάντα.


ΣΚΗΝΗ
«Ορκωμοσία Ιερολοχιτών»
………            Μες στην αυλή του σπιτιού του χιλίαρχου Γιάννη Φαρμάκη, ακούγεται η λεπτοκαμωμένη φωνή του πρίγκιπα Αλέξανδρου, «Αδερφοί, νυν…υπέρ πάντων ο αγών», και υψώνει την «αριστεράν» του ωσάν να ορκίζεται. Ενώ οι πολεμιστές του Φαρμάκη ανασπούν τα υψωμένα ξίφη στον καθάριο κι ελεύθερο αγέρα του Γιασιού και με τις  βραχνές βροντερές φωνές τους ψάλλουν όρθιοι το θούριο του Ρήγα: Ως πότε παλικάρια…»
        Ναι αδέρφια, ο Θεός είναι μαζί μας !
        ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Θούριος»
Ως πότε παλικάρια να ζώμεν στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια στις ράχες στα βουνά …..

ΑΦΗΓΗΣΗ

            Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Από το Γιάσι οι επαναστάτες κατεβαίνουν τραγουδώντας για το Βουκουρέστι. Από την πρώτη όμως στιγμή σκίασαν με την απουσία τους δυο μεγάλα ονόματα της περιοχής, ο Σάββας Καμινάρης κι ο Βλάχος, ντόπιος οπλαρχηγός, Βλαδιμηρέσκου, που μήτε στο Γιάσι  είχαν παραβρεθεί την ημέρα της τελετής, μήτε εδώ στη Βλαχιά. Είχαν δώσει το λόγο της τιμής τους, πως, θα παραβρίσκονταν τη μέρα αυτή, δίχως άλλο, στο Γιάσι…….




ΣΚΗΝΗ
«Λασσάνης- Βλαδιμηρέσκου»
…………
Η συνάντηση πραγματοποιείται σε μοναστήρι σε ένα κελί. Πρώτος το λόγο πήρε ο Πολέμαρχος που έβγαλε βαθιά μεσ’απ’τον κόρφο του τις τέσσερις επιστολές του Βλαδιμηρέσκου και είπε: Παλιέ μου φίλε, είναι αλήθεια τα όσα καταμαρτυρούν σε βάρος σου; Οι επιστολές αυτές εδώ, είναι δικές σου  (ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΣ)
 (ΒΛΑΔΙΜΗΡΕΣΚΟΥ) -Έχεις δίκιο ότι κι αν πεις, Γιωργάκη. Ξέρω πως την ώρα αυτή απέναντί σαν βρίσκεται ένας προδότης, που, μονάχα ο θάνατος του αξίζει. Κι απορώ, πως ακόμα δε σηκώσατε το σπαθί σας να με κόψετε, παρά, με καλέσατε εδώ νύχτα να κουβεντιάσουμε……
 ΣΧΟΛΙΟ
Οι Τούρκοι όσο  περνούν οι μέρες, σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τον κλοιό περικυκλώνοντας τι παραδουνάβιες ηγεμονίες κινούμενοι από τρία σημεία : Από το Βουκουρέστι, το Γιούργεβο και το Βιδίνι, με άξονα σύγκλισης πάντα το Δραγατσάνι.

ΑΦΗΓΗΣΗ
«Η μάχη στο Δραγατσάνι»

            Χαράματα 5ης Ιουνίου. Στην κορυφή μαίνονται ακόμα οι βροντές και οι κεραυνοί που σκοτεινιάζουν τον τόπο όλο. Το Δραγατσάνι βόγγαε και τραντάζονταν συθέμελα, κι ένας τρελός αγέρας που είχε σηκωθεί, άξαφνα, πήγαινε να σπάσει τα ξυλικά των λιγοστών περιβολιών ολόγυρα…….
Ο πόλεμος βαστούσε γερά. Το κακό όλο και ζύγωνε περισσότερο στο άκαπνο κι απειροπόλεμο τμήμα του Ιερού Λόχου. Και τα λεφούσια των Αρβανιτάδων να ρίχνονται τώρα θεριά ανήμερα καταπάνω στους απολέμαγους σπουδαστές. Απ’άκρη σ’άκρη να καίγεται ο τόπος κι οι δύο αρχηγοί, ο Υψηλάντης κι ο Ολύμπιος, να..λείπουν!!!........

Οι νεαροί σπουδαστές της ιατρικής και της φιλολογίας μάχονται με απαράμιλλο θάρρος κι αυταπάρνηση. Σφάζονται, σκοτώνονται, ποδοπατούνται από τα αφηνιασμένα άλογα που βγάζουν, σα λυσσασμένα, αφρούς από το στόμα τους. Μα, αυτοί μένουν αγέρωχοι στη θέση τους. Ο πολέμαρχος άκουσε από μακριά τον κρότο των πυροβόλων και το κακό όπου γένονταν και κατάλαβε.. «Πανάθεμά τον, λέγει, οπού μας έχασεν ο Καραβιάς..». Φωνές, βλαστήμιες, αταξία και κακό επικρατεί παντού. ……..

Πέρασαν ως δυο ώρες αφότου τέλεψε η μάχη. Το φεγγάρι πρόβαλνε δειλά το ωχρό πρόσωπό του μεσ’απ’τα μαύρα και μολυβένια σύννεφα. Για μια στιγμή, φώτισε την άγρια και ζοφερή εικόνα του Δραγατσανίου. Ανατρίχιασε και κρύφτηκε ξανά πίσω απ’τα βαριά σύννεφά του! Είδε σπασμένα σπαθιά, κομμένα αλόγατα κι ανθρώπινα κουφάρια ανάκατα να κείτονται το μαύρο χώμα βουβοί μάρτυρες της απρόσμενης καταστροφής

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»
Άκρα του τάφου σιωπή, στον κάμπο βασιλεύει
Λαλεί πουλί παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει ….
……..

ΘΕΑΤΡΟ
«Η ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ» Γεωργίου Λασσάνη

«Η Ελλάς και ο Ξένος», έχει τρία μόνον πρόσωπα, είναι δε ταύτα: «Ελλάς», «Περιηγητής», και «Ερμής». Ο Περιηγητής είναι Ρώσος, ο οποίος εξ ενθουσιασμού δια την αρχαίαν Ελλάδα και τον πολιτισμόν αυτής  αποφασίζει να κατέλθει « εις την θαυματουργόν ταύτην γην» δια να ιδή «αυτοψεί, αν έπαυσε πλέον ν’αναδεικνύη τοιούτους θαυμαστούς άνδρας. Μετ’αμοιβαίαν αναγνώρισιν, η Ελλάς διηγείται εις τον «Περιηγητήν» τα κατά την πτώσιν αυτής, οφειλόμενην εις τον φθόνον, την Διχόνοιαν και την Δεισιδαιμονίαν, και περιγράφει τα ανεκδιήγητα δεινά τα οποία υπέστη και υφίσταται Προσεκτικώς ακούει ο « Περιηγητής» εκ στόματος της Ελλάδος τα κατά τους περίφημους τούτους άνδρας και λέγει:
«Ω δύστυχης Ελλάς…Ουδείς παρά σε, ώ γενναιοτάτη, εδύνατο να υποφέρη τόσους πόνους, και να μη γίνη θύμα της απελπισίας! Εις τους κόλπους σου τρέφεις τους άγριους τυράννους και Εις ταύτα απαντά η Ελλάς:
«Οι μεγάλοι και ισχυροί, ώ φίλτατε ξένε, νομίζουν τας ευεργεσίας των ταπεινοτέρων, ότι γίνονται κατά χρέος, και την ευγνωμοσύνην έχουν λέξιν κενήν νοήματος, ικανήν μόνον να διαβουκολή τους απλουστέρους…………. αντέχεις γενναίως εις τας σκληράς των βασάνους ως δούλη
 ΕΛΛΑΣ: Το κέντρον των ελπίδων μου, ώ ξένε, δεν είναι μόνον πιθανόν, αλλά και βέβαιον. Ίδε τα τέκνα μου ταύτα, ίδε……..
Εναγκαλισθείτε συμφώνως την ομόνοιαν, την ευεργετικήν ομόνοιαν, την οποίαν και οι θεοί αυτοί πάντοτε μας παραγγέλλουν. Η μόνη αθάνατος δόξα είναι η αρετή. Η μέγιστη δε αρετή είναι η φιλοπατρία. Ταύτην εξήσκησαν οι περικλεείς προπάτορές σας, και διαλάμπουν εις αιώνα τον άπαντα· ταύτην εξασκήσατε και σεις, εάν θέλητε να ονομάζησθε γνήσιοι απόγονοι εκείνων! Ουαί δε, ουαί εις τους, όσοι δεν ακούν τους στεναγμούς μου! Εκείνοι δεν είναι γνήσιά μου τέκνα. Είναι νόθα Ασιανά σπέρματα!.......

Σεις δε, ώ μάκαρες θεοί, κινήθητε εις οίκτο!
Στρέψατε το παντέμορφον όμμα σας πάλιν προς με!
Ιδέτε μου την γύμνωσιν, ιδέτε τας πληγάς μου,
Ιδέτε πόσας συμφοράς πάσχω η παναθλία!

                                           ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Ελλάς , Περιηγητής, Ερμής
ΕΡΜΗΣ: Θάρσει, ώ Ελλάς! οι Θεοί εισήκουσαν τας δεήσεις σου. Εις την βουλήν των αθανάτων αποφασίσθ’η παύσις των……

ΑΦΗΓΗΣΗ
«Και μετά θάνατον Ευεργέτη»- Διαθήκη Γεωργίου Λασσάνη

Ο Λασσάνης και από του τάφου του συνέχισε προσφέρων τας υπηρεσίας του προς το Έθνος. Δι’ιδιοχείρου διαθήκης, συνταχθείσης την 30 Αυγούστου 1865, κατέλιπεν ολόκληρον την περιουσίαν του δια σκοπούς θηρεύοντας την προαγωγήν και καλλιέργειαν των Ελληνικών Γραμμάτων και Τεχνών. Το κείμενον της διαθήκης  έχει ως εξής:
 « Εγώ ο Γεώργιος Λασσάνης γεννηθείς εις την Κοζάνην της Μακεδονίας νυμφευθείς εν Αθήναις κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν τέταρτον έτος την πρώτην (1) Νοεμβρίου την Ευφημίαν Στάμου Λιανοσταφίδα, αποφασίζω, ώστε η ακίνητος μου αύτη περιουσία να μεταβή ως κληροδότημά μου εις την κυριότητα του εν Αθήναις. Να δώσει εις το σχολείον της Πατρίδος μου Κοζάνης εξ χιλιάδας δραχμάς αργυράς. Προσέτι προσδιορίζω ανά χιλίας δραχμάς κατ’έτος εκ των τόκων και συμπληρωματικώς εκ του κεφαλαίου, δια να χρησιμεύσωσιν ως δίδακτρα εις τινα ειδήμονα προς διδασκαλίαν των μελλόντων να
επιδοθώσιν εις το στάδιον του ηθοποιού νέων αμφοτέρων των γενών, η δε διδασκαλία αύτη να περιστρέφεται εις το να γυνμασθώσιν οι νέοι και αι νέαι να μεταμορφώνονται ούτως ειπείν εις το πρόσωπον το οποίον μέλλουν να υποκριθώσιν, τουτέστιν να μιμώνται αυτό κατά την ευστροφίαν της φωνής, την απαγγελίαν, την στάσιν του σώματος, την κίνησιν των μελών, το βάδισμα, την μόρφωσιν του χαρακτήρος του προσώπου κατά τον εσωτερικόν του πάθους οργασμόν, εν ενί λόγω να υποκρίνωνται φυσικώτατα κ’εντελέστατα το εν τη κοινωνία υπάρχον πρότυπον. 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου