Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

"Μια περιδιάβαση στα μονοπάτια του είναι" Παρουσίσαση του βιβλίου " Το φως των εσοχών" Σούλα Αντωνίου



                             Το φως των εσοχών
« Μια περιδιάβαση στα μονοπάτια του είναι»  ( παρουσίαση βιβλίου- ποιήματα)

Μια γυναίκα, το όνομά της είναι Αυτογνωσία, περιδιαβαίνει τα μονοπάτια του είναι. Κρατά στο ένα χέρι ένα πανέρι γεμάτο με ερωτήσεις και στο άλλο ένα άδειο, για να μαζέψει τις απαντήσεις που φυτρώνουν μέσα στις πιο μύχιες εσοχές του είναι. Το πέρασμα δεν είναι εύκολο.
Ένα κουβάρι γίνεται και στροβιλίζεται σε ποτάμια και σύννεφα αναζητώντας πολύ μακριά αυτά που είναι κοντά της, σχεδόν την αγγίζουν. Λεπτά νήματα, κλωστές μεταξένιες οι μνήμες έρχονται να τη βοηθήσουν να βρει όλα τα περάσματα, να περάσει απ’ όλες τις εσοχές, απ’ όπου θα μαζέψει τις απαντήσεις , για να βγει στο φως.
 Όμως ένας λυσσασμένος άνεμος σπέρνει αποκαΐδια, για να την εμποδίσει να βλέπει καθαρά. Έτσι βρέθηκε σε ξένους τόπους, πλάνητας των μητροπόλεων , ένα περιφερόμενο αστέρι σε ουρανό με θερμοκρασία 10 υπό το μηδέν. Και τότε η μνήμη της, βγαίνει από την τσέπη της και από λεπτή, χρυσή κλωστή, γίνεται θεριό που ξεσκίζει, αίμα στο άσπρο χιόνι, που θα το ξεπλύνει το κλάμα της βόρειας βροχής.
Στέκεται καταμεσής στις ράγες του τραίνου και ακούει τη φωνή της: Είμαι εδώ, ένας ικέτης κάτω από τον ίσκιο της γραφής. Είμαι εδώ, αντίκρυ στην προσμονή. Ίσταμαι.
Ένα δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι πέρασε και πέταξαν από το καλάθι οι ερωτήσεις: Ποιος θα αποπλύνει το σκότος που κρύβει τη θέαση; Ποιος θα πληρώσει για την ιεροσυλία που διέπραξαν στη γη της Δήμητρας οι ευτελισμένες εικόνες του εαυτού μας; Αμέσως πετάχτηκε από μια εσοχή η απάντηση: Πρέπει, αν θέλουμε να ξανασμίξουμε στους δρόμους του χτες με το αύριο, πρέπει να φυτέψουμε στη μήτρα της γλώσσας μια λέξη: αγάπη.
Έξω η θάλασσα λυσσομανά, ο άνεμος ξενυχτάει, αρνείται να πλαγιάσει σε ορφανό κρεβάτι. Μέσα της μια φωνή ψιθυρίζει: Θεέ μου συγχώρα με για το προπατορικό μου αμάρτημα, την ανάγκη μου να βρω την αλήθεια στην επιθανάτια κλίνη μιας επίορκης νύχτας, αναλαμβάνοντας το κόστος της απώλειάς μου.
Πιο εκεί ένας άντρας προελαύνει ντυμένος μ’ ένα απροσδιόριστο φως.. Εκλιπαρεί την επί γης ειρήνη, ικετεύει την ανθρώπινη συγγνώμη. Η γυναίκα κρύφτηκε για να καλύψει το συσκοτισμένο από τη λογική άπιστο εαυτό της. Και ένιωσε την ταραχή από το κάλεσμα του έρωτα. Παραμονεύει για να την υφαρπάξει και ρίχνει μέσα στο πανέρι της ένα χαρτί. Διαβάζει: Δεν ρωτάει το τι, το πώς και το γιατί. Τον έρωτα δεν τον περιμένεις, σε περιμένει. Δεν θέτει όρια, όρους, δεν είναι νομοταγής. Πρόσεχε μην τον εμπιστευτείς, είναι αναξιόπιστος. Αλλιώς, παραδόσου στην ευτυχία της τρικυμίας του.
Άλλο ένα χέρι ξεπρόβαλλε από άλλη εσοχή, λευκό, γενναιόδωρο και απέθεσε στο πανέρι ένα άλλο χαρτί, όπου οι λέξεις είναι δώρα: ζωή γενναιόδωρη, μ’ έμαθες να συγχωρώ τους μικρούς και τα μικρά. Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες μάτια για να βλέπω αυτά που δεν θέλω να βλέπω. Θα γίνω σπινθήρας, , ουράνιο τόξο κι από εκεί ψηλά θα σου ψελλίσω το ευχαριστώ, που τόσα χρόνια σου χρωστώ.
Ήταν πολύ ευχαριστημένες οι λέξεις, γιατί δεν ήταν γυμνές., δεν υποτάχτηκαν στη λειτουργία της λογικής και δεν περιφέρονταν σαν λείψανα Αγίων σε πανηγύρια, παζάρια και αγορές έτοιμες για εκποίηση. Ύστερα απλώθηκε μια σιωπή που μοιάζει με το μελιχρό φως του κεριού, που η φλόγα του γλείφει απαλά τις πληγές μας και είναι αδελφή της υπομονής.
Πήρε να σκοτεινιάζει. Ένα χέρι τοποθέτησε στο πανέρι ένα χαρτί: Ποιος είπε ότι ο ποιητής γράφει τα ποιήματα. Ο πόνος τα γράφει, ο πόθος τα λαξεύει, το πάθος τα σφυρηλατεί, το πένθος τα μορφοποιεί, η οδύνη τα ζωγραφίζει, η σιωπή, ο παιάνας του θανάτου τα συνθέτει.
Σκοτεινιάζει. Αυτό είναι το ανεξήγητο. Μια φωνή της απαντά μέσα από το σκοτάδι: Πώς μπορώ να σου εξηγήσω; Θα καταλάβεις λιγότερα μετά την εξήγηση. Όλα όσα ελπίζω ότι θα σε κάνουν να καταλάβεις, είναι μόνο γεγονότα. Όχι τι συνέβη. Ένα χαρτί πέταξε και μπήκε στο πανέρι με τις απαντήσεις: Άνοιξε τους φεγγίτες σου να περάσει το φως και δος μου τα χέρια σου να σεργιανίσουμε στα μεσημέρια της ζωής.
Είδε τότε πολλά μονοπάτια , μικρά και μεγάλα να την καλούν να ταξιδέψει. Ένα σκοτεινό χέρι αμέσως τοποθέτησε το δικό του χαρτί με ερώτηση: Σε ποιο Θιακί να πάω; Με τι αντοχές να αποπλεύσω χωρίς σκάφανδρο στις θάλασσες των ξορκισμών; Με τι διαβατήριο εγώ η ανιθαγενής να μεταβώ στη χώρα των Κυκλώπων και στων Λαιστρυγόνων τα παράλια;. Δεν είμαι η Πηνελόπη της Αγίας Υπομονής, ούτε γυναίκα ναυτικού και υφάντρα, ανέστια είμαι. Δεν ξέρω εγώ από τεχνάσματα , σπονδές , δοξάσματα, ευχέλαια να τους γητεύσω. Δεν έχω οβολούς να τους εξαργυρώσω, μόνο λίγα τάλαντα απόμειναν στην τσέπη μου, τα θέλει ο Αχέροντας να με διαπορεύσει.
Άκουσε τη φωνή της ένα άλογο και ήρθε από μια άλλη εσοχή αγέρωχo, περήφανο, γρήγορο, ατίθασο, πιστό και γονάτισε να την πάρει μαζί του στους καλπασμούς του χρόνου, που ανοίγουν κερκόπορτες να διαβούν τα γενέθλια της Άνοιξης στα πέταλα μιας θνήσκουσας μαργαρίτας.
Στο δρόμο εκεί που περπατούν, μια πινακίδα μαγνητίζει το βλέμμα της: Gustav Landauer στο Μόναχο της romerstrasse και έμεινε ακίνητη. Ένα χαρτί από το πανέρι με τις ερωτήσεις κεντρίζει τα μάτια της: Τι περιμένεις στο Μόναχο με κλάματα στα μάτια; Δεν είδες ότι τα λουστρινένια του παπούτσια κόλλησαν στις λάσπες της ιστορίας και η φωνή του σώπασε από τις οιμωγές της Γκουέρνικα στην κολασμένη νύχτα του Ρεμπώ; Μην έχεις ψευδαισθήσεις. Δεν πρόκειται να έρθει όσο στους καθεδρικούς ναούς της Δύσης συντελείται ακόμα το έγκλημα του αιώνα.. Εκεί ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Χρειάζεται βοήθεια. Είναι αυτή που δίνει μόνο η προσευχή στο θεό και στους νεκρούς. Εκείνοι δεν αρνούνται ποτέ και δείχνουν πάντα το δρόμο που οδηγεί στη λύτρωση.
Το σκοτεινό χέρι έβαλε το χαρτί στο πρώτο πανέρι και ιδού η ερώτηση: Τι στ’ αλήθεια έκανες εσύ το μαύρο πρόβατο. Η φωνή του πατέρα την καθησύχασε από τον ουρανό. Παιδί μου δεν έγινες κοπάδι, δεν έκανες εκπτώσεις στη ζωή σου, δεν εκπορνεύτηκες, δεν συμβιβάστηκες. Και η ηθική μοναξιά υποφέρεται πατέρα; Και ποιος σου είπε, παιδί μου, ότι οι βολεμένοι και οι βεβηλωμένοι δεν ζουν τη δική τους εξορία; Ουκ εν τω πολλώ το ευ.
Καληνύχτα πατέρα, καλή αντάμωση ψέλλισε και γύρισε το κεφάλι, άνοιξε το πόδι να φύγει. Είναι δύσκολος ο αποχαιρετισμός . Και τότε ήταν μια δύσκολη μέρα. Δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί. Έμαθε πολλά κοντά στους νέους. Δεν τους δίδαξε, διδάχτηκε. Είδε στα πρόσωπά τους να φυσάει ο άνεμος μιας άλλης ζωής. Προσοχή στο δρόμο, μη σκοντάψετε, σας περιμένει στη γωνία ο Προκρούστης. Τους φίλησε και έφυγε μακριά.
Στον άγνωστο δρόμο της υπαρξιακής αναζήτησης την οδηγούν οι λέξεις-πυγολαμπίδες, που ξεπηδούν από κρυφές εσοχές:
Σημαία: Πάνω στην άκρη του θαλασσινού βράχου η ελληνική σημαία προβάλλει αγέρωχη. Δεν θέλει να μαρτυρήσει στο θρόισμα του ανέμου την εξερήμωσή της.
Φαντασιακό: Τι θα ήταν άραγε η ζωή χωρίς ουτοπία; Μνήμη Κορνήλιου Καστοριάδη.
Άσπρες σελίδες: Ευλαβούμαι το χαρτί, σκύβω σαν ταπεινός ικέτης και το προσκυνώ.
Αχειροποίητο: Πώς να συγκολλήσει κανείς τα θραύσματα ενός αχειροποίητου ποιήματος;
Όστρακα: Κεντρομόλες δυνάμεις της εξουσίας, γιατί μου αφαιρείτε την αξίωση να βλέπω τα πράγματα μέσα απ’ τα μάτια ενός αθέατου θεού;
Πτώματα: Πτώματα ήτανε στα πεζοδρόμια, που υποδύονταν τους ζωντανούς.
Φθίνουσα ζωή: γέννησα παιδιά, έθαψα νεκρούς, φύτεψα δέντρα. Τι άλλο θέλεις άπληστη από μένα; Εσένα θέλω.
Ένιωσε ένα δυνατό σκίρτημα. Πάει θα τελειώσει το ταξίδι κιόλας;
Πήρε μια ανάσα, κάθισε σταυροπόδι, έβαλε μπροστά της και τα δύο πανέρια. Παίρνει με το ένα και με το άλλο της χέρι τα χαρτιά τους και ρουφάει τις λέξεις τους.
«Αγάπη, με περισυνέλεξες από την απώλειά μου.
Χρόνια πάλευα να με δαμάσω.
Παιδιάστικα κάστρα στην άμμο οι βεβαιότητες.
Γεωργώ τις λέξεις, για να φυτρώσουν ποιήματα από σκιές φευγάτες.
Γλώσσα, η μόνη μου περιουσία.
Το αίνιγμα της ύπαρξης το βρήκε καθηλωμένο στις αντινομίες της ζωής.
Ωδίνες γέννας. Ωδίνες ψυχής.
Δεν έχουν ιθαγένεια τα όνειρα, διαβατάρικα πουλιά είναι.
Πολλαπλασιάζω ό,τι μου αφαιρούν, διαιρώ ό,τι έχω.
Άκουσα ότι ο έρωτας πρέπει να φτάσει στα άκρα.
Ποίημα, τι είσαι;
Σταυροδρόμια ζωής διλήμματα ή δειλία ή το δήλον σε αναστολή;
Μου είπες, καλέ μου φίλε Walter ότι « ο έρωτας είναι μια αιώνια πατρίδα».
Σε είπαν παρακμή, γιατί άραγε;
Είπες θα κοιμηθώ απόψε με το άρωμά σου
Δυο μάτια και δυο χέρια σημεία επαναφοράς στην ομορφιά του κόσμου.»
Τα δυο χέρια την κράτησαν με σιγουριά κι αυτή συμφώνησε. Σηκώθηκε και συνέχισε με άλλη δύναμη να περπατά στο δρόμο της ζωής.
Κοζάνη 10-6-2015
Γκουτζιαμάνη Γιάννα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου